Επιλέξτε τη γλώσσα σας

Η επινόηση του καρτέλ

 

Νατάσα Κατσογιάννη 

 

Η ιστορία της λακανικής ψυχανάλυσης είναι σύμφυτη με την ταραχώδη ιστορία των ψυχαναλυτικών θεσμών στην Γαλλία. Υπενθυμίζω εν συντομία. Μέλος της Société Psychanalytique de Paris, της επίσημης ψυχαναλυτικής εταιρείας της Γαλλίας, ο Λακάν αποχωρεί το 1953 μαζί με άλλους επιφανείς ψυχαναλυτές, μεταξύ των οποίων o Daniel Lagache και η Françoise Dolto, προκειμένου να ιδρύσουν την Société Française de Psychanalyse. Στο πλαίσιο της νέας αυτής Εταιρείας, ο Λακάν αναδεικνύεται σε αποδιοπομπαίο τράγο.

Οι καινοτόμες ιδέες του, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε κλινικό επίπεδο (βλ. συνεδρίες κυμαινόμενης διάρκειας) θορυβούν την Διεθνή Ψυχαναλυτική Εταιρεία που θέτει βέτο: εάν θέλει να χαίρει θεσμικής αναγνώρισης, η νέα Εταιρεία πρέπει να διώξει από τους κόλπους της τον Λακάν. Η εν λόγω κατάσταση οδηγεί σε ένα σχίσμα εκ του οποίου προκύπτει η 1η Σχολή που ίδρύει ο Λακάν, εν έτει 1964, η Ecole Freudienne de Paris. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1980, λόγω διαφωνιών στο εσωτερικό της, ο Λακάν διαλύει αυτή τη Σχολή και ιδρύει την γνωστή σε εμάς σήμερα Ecole de la Cause Freudienne, τη Σχολή του Φροϋδικού Αιτίου. 

Επιθυμώντας να αποφύγει αντίστοιχα φαινόμενα παθογένειας με αυτά που γνώρισε από πρώτο χέρι εντός των ψυχαναλυτικών θεσμών ο Λακάν έθεσε το ερώτημα τι είδους κοινωνικός δεσμός θα άρμοζε σε μια ομάδα ψυχαναλυτών. Η απάντηση που έδωσε σε αυτό το ερώτημα ήταν η Σχολή. Στόχος και διαρκές μέλημά του ήταν να αποφύγει την ιεραρχική διάρθρωση των παραδοσιακών δομών (ανα)παραγωγής γνώσης. Σε αυτή την προοπτική, όπως μαρτυρούν τα αντίστοιχα ιδρυτικά κείμενα στα οποία θα αναφερθώ στην συνέχεια, ο θεσμός του καρτέλ αποτέλεσε για τον Λακάν “όργανο ζωτικής σημασίας”. 

Η πολιτική θέσμιση της Σχολής του Λακάν

Όπως όλοι γνωρίζουμε από την φροϋδική ανάλυση της μαζικής ψυχολογίας, η δυνατότητα σχηματισμού ομάδας έγκειται σε έναν λιβιδινικό μηχανισμό που επιτρέπει την ταύτιση επιμέρους υποκειμένων μεταξύ τους διαμέσου ενός κοινού αντικειμένου τοποθετημένου στην θέση του ιδανικού του Εγώ. Πρόκειται για ένα σχήμα που αρθώνεται σε δύο άξονες: τα μεμονωμένα άτομα ταυτίζονται μεταξύ τους (οριζόντιος άξονας) μέσω της κοινής σχέσης τους με ένα εξέχον αντικείμενο, όπως μια ιδέα ή ένας αρχηγός (κάθετος άξονας). Κατεξοχήν παράδειγμα εν προκειμένω η εκκλησία και ο στρατός. Αυτό ακριβώς το παράδειγμα κοινωνικής οργάνωσης προσπάθησε να αμφισβητήσει ο Λακάν μέσω της Σχολής. Χαρακτηρηστικό ως προς αυτό ένα  λογοπαίγνιο που χρησιμοποιούσε κρούωντας τον κώδωνα του κινδύνου: Προσοχή στο effet de colle/ effet d'école [επιτέλεσμα προσκόλλησης και επιτέλεσμα Σχολής αντίστοιχα]!

Τοποθετώντας τον Λόγο του αναλυτή στον αντίποδα κάθε λόγου κυριαρχίας, όπως γνωρίζουμε από το 17ο σεμινάριο, η προσπάθεια του Λακάν ήταν να "κοινωνικοποιήσει" μεν τον ψυχαναλυτή, να επινοήσει δηλαδή έναν κοινωνικό δεσμό που να του ταιριάζει, αλλά που συγχρόνως δεν θα είναι της τάξης της ταύτισης. Να μην τον αφήσει στην μοναξιά του “Ένός ολομόναχου”, χωρίς όμως να τον καθυποτάξει στο κύριο σημαίνον. Σε αυτή την προοπτική, η θέσμιση της Σχολής του ήταν μια πράξη πρωτίστως πολιτική που ήρθε να ταράξει τα ήρεμα νερά των ψυχαναλυτικών Εταιρειών. Σε αντίθεση με μια ψυχαναλυτικη εταιρεία που έχει ενίοτε χαρακτήρα συνδικαλιστικού οργάνου, η Σχολή θέτει και διατηρεί διαρκώς ανοιχτό το μείζον ερώτημα “τι είναι ένας αναλυτής;”. 'Η ακόμα: “Σε τι συνίσταται η επιθυμία του αναλυτή;”  “Ποιο είναι το τέλος μιας ανάλυσης;” “Πώς μεταδιδεται η ψυχαναλυτική γνώση;” Προβληματοποιώντας αυτά τα ερωτήματα, ο Λακάν εισήγαγε δύο καινούργιες διατάξεις παραγωγής ψυχαναλυτικής γνώσης: το καρτέλ και την passe. Η Σχολή που ίδρυσε ο Λακάν στηρίζεται λοιπόν σε αυτούς τους δύο θεσμικούς πυλώνες: το καρτέλ και την passe. Πρόκειται για δύο επινοήσεις του ίδιου του Λακάν, δύο πολιτικές θεσμίσεις με στόχο την αντι-συγκεντρωτική λειτουργία της Σχολής του, υπό την έννοια ότι βραχυκυκλώνουν την ιεραρχική λειτουργία, αντιτάσσοντας μια πιο κυκλική ή οριζόντια αρχιτεκτονική στην κάθετη παραδοσιακά κυριαρχική σχέση. Όπως σημειώνει ο Μιλέρ, το καρτελ αποτελεί μια πολεμική μηχανή απέναντι στους διδακτικούς ψυχαναλυτές και την κλίκα τους1. 

Η επιλογή του όρου Σχολή, αντί του όρου Εταιρεία, μαρτυρά αναμφίβολα μια πιο ζωντανή, λιγότερο εδραιωμένη και απολιθωμένη σχέση με τη γνώση. Ο θεσμός του καρτέλ ορίζεται ως θεματοφύλακας αυτής της σχέσης. Σύμφωνα με τον Frank Rollier, ο Λακάν συνέδεε τον όρο καρτέλ με το ιταλικό cardo (μεντεσές) αφήνοντας να εννοηθεί ότι στόχος του είναι το άνοιγμα στο άγνωστο, η ανακάλυψη, η έπληξη2! Πράγματι, η γνώση που προάγεται στο πλαίσιο ενός καρτέλ οφείλει να μην αναπαράγει το κυρίαρχο σημαίνον, αλλά να παράγει μια νέα γνώση, μια γνώση που να αποτυπώνει το αίτιο της επιθυμίας του καθενός ξεχωριστά. Η σημασία που αποδίδει ο Λακάν σε αυτή την ιδιαίτερη διαδικασία παραγωγής γνώσης αναδεικνύεται από το γεγονός ότι τόσο το 1964, χρονιά θέσμισης της Φρουδικής Σχολή του Παρισιού, όσο και το 1980, χρονιά της ίδρυσης της Σχολής του Φροϋδικού Αιτίου, προτάσσει το καρτέλ ως βασικό όργανο εκπαίδευσης του αναλυτή αλλά και ως πνεύμονα της Σχολής. Επινοώντας το καρτέλ, ο Λακάν εξοπλίζει λοιπόν τους αναλυτές με ένα κριτικό εργαλείο, αλλά και τους επιφορτίζει με την ευθύνη της ερμηνείας της Σχολής. Υπενθυμίζω εν προκειμένω την ομιλία του Ζακ Αλέν Μιλέρ “Η θεωρία του Τορίνο για το υποκείμενο της Σχολής” όπου υπογραμμίζεται ότι “η ζωή μιας Σχολής πρέπει να ερμηνεύεται” και διευκρινίζεται ότι “το να ερμηνεύει κάποιος την ομάδα σημαίνει ότι αποσυνδέει τα μέλη της και παραπέμπει το καθένα από αυτά στη μοναξιά του, στη μοναξιά της σχέσης του με το Ιδανικό”3. Ας δούμε πως η διάταξη του καρτέλ συντελεί σε αυτό. 

 

Η επινόηση του καρτέλ 

Ο Λακάν δεν έπαψε να καταγγέλει την “φαντασιακή αναισχυντία” (obscenité imaginaire)4 που ενδημεί στις ομαδοποιήσεις. Σε αντίθεση με αυτή την αναισχυντία που παίρνει συχνά την μορφή του “ποιός είναι το αφεντικό”, ο Λακάν στήριξε την Σχολή του στους αποφασισμένους εργάτες και στην εργασία που αυτοί παράγουν. Στο ιδρυτικό της Σχολής του κείμενο υπογραμμίζει εμφατικά ότι όποιος μπαίνει στην Σχολή καλείται να εργαστεί στο πλαίσιο μιας μικρής ομάδας υπό το καθεστώς μιας μεταβίβασης εργασίας. Το καρτέλ αναδεικνύεται ως ο τόπος παραγωγής αυτής της μεταβίβασης εργασίας το τελικό προϊόν της οποίας παραμένει ατομικό. Δεν μπορεί να το καρπωθεί δηλαδή κανείς, δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο εκμετάλλευσης, υπεραξίας. Είναι ενικό- της τάξης του ριζικά έτερου, του ένα προς ένα. Υπό αυτή την έννοια, το καρτέλ αποτελεί μια επινόηση του Λακάν, έναν ιδιότυπο κοινωνικό δεσμό, που στόχο έχει την μελέτη της ψυχανάλυσης στο πλαίσιο μιας ομάδας εργασίας που οφείλει να είναι αφυπνισμένη ως προς τα φαντασιακά επιτελέσματα κάθε ομαδοποίησης. 

Αντλώντας έμπνευση από επιμέρους πηγές όπως οι περίφημες συναντήσεις της Τετάρτης που οργάνωνε στο σπίτι του ο Φρόιντ, οι ολιγομελείς ομάδες αποκατάστασης νοσηλευόμενων στρατιωτών κατά τη διάρκεια του ΒΠΠ που οργάνωναν οι άγγλοι ψυχίατροι και ψυχαναλυτές Bion και Rickman με στόχο να αφυπνίσουν την επιθυμία των στρατιωτών, η ομάδα μαθηματικών Bourbaki, αλλά και οι ομάδες αυτο-διδασκαλίας/ αλληλο-διδασκαλίας Γάλλων φοιτητών που αμφισβητούσαν την από καθέδρας διδασκαλία, ο Λακάν εισήγαγε έναν συλλογικό τρόπο μελέτης που προσπαθεί να αποφύγει την παθολογία των φαινομένων ομαδοποίησης, να αναδείξει κάτι από την ριζική ενικότητα της επιθυμίας και παράλληλα να ευνοήσει την παραγωγή νέας γνώσης μέσω μίας "μεταβίβασης εργασίας". Σας διαβάζω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την Ιδρυτική πράξη [Acte de fondation] του 1964: 

«Όσοι έρθουν στη Σχολή αυτή θα δεσμεύονται να εκπληρώσουν ένα έργο υποβαλλόμενο σε εσωτερικό και εξωτερικό έλεγχο. Διασφαλίζονται σε αντάλλαγμα ότι θα γίνει το παν ώστε οτιδήποτε το αξιόλογο πραγματοποιούν, να έχει την απήχηση που του αξίζει [...] Για την εκτέλεση της εργασίας, θα υιοθετήσουμε την αρχή μιας εντατικής επεξεργασίας σε μικρή ομάδα. Η καθεμία (...) θα απαρτίζεται από τρία άτομα το λιγότερο, από πέντε το πολύ, τέσσερα είναι το σωστό μέτρο. ΣΥΝ ΕΝΑ επιφορτισμένο με την επιλογή, τη συζήτηση και τον προορισμό που επιφυλάσσεται στην εργασία εκάστου. Ύστερα από ορισμένο χρόνο λειτουργίας, θα προτείνεται στα μέλη μιας ομάδας η εναλλαγή με άλλη»5. 

Τη στιγμή της θέσμισης της νέας του Σχολής, της Σχολής του Φροϋδικού αιτίου, εν έτει 1980, ο Λακάν επιστρέφει στο καρτέλ ως “βασικό όργανο”, όπως το χαρακτηρίζει, για να θέσει τις αρχές σχηματισμού του. Σας τις διαβάζω:  

Πρώτον - Τέσσερις αλληλοεπιλέγονται, για να αναλάβουν μια εργασία που οφείλει να έχει το προϊόν της. Διευκρινίζω: προϊόν ιδιαίτερο του καθενός, και όχι συλλογικό.
Δεύτερον - Η σύζευξη των τεσσάρων επιτελείται γύρω από έναν Συν-ένα, ο οποίος, αν και οιοσδήποτε, πρέπει να είναι κάποιος. Επιφορτισμένος να επιβλέπει τα εσωτερικά επιτελέσματα του εγχειρήματος, και να προκαλεί την επεξεργασία του.
Τρίτον - Για να προλαμβάνεται η προσχόλληση [effet d'ecolle/ effet de colle], εναλλαγή πρέπει να γίνεται σε προσδιορισμένο χρόνο ενός έτους, δύο το πολύ.
Τέταρτον - Καμία πρόοδος δεν πρέπει να αναμένεται, παρά μόνο από μια κατά περιόδους ανοικτή παρουσίαση των αποτελεσμάτων αλλά και των κρίσεων της εργασίας.
Πέμπτον -Η κλήρωση θα εξασφαλίζει την τακτική ανανέωση των, δημιουργημένων με σκοπό την ανυσματοθέτηση [vectorialiser] του συνόλου, σημείων αναφοράς6.


Ο συν-Ένας ως υποκινητής μεταβίβασης εργασίας

Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα τί είναι ο συν-Ένας και ποιός ο ρόλος που καλείται να αναλάβει στο πλαίσιο αυτής της ιδιότυπης ομαδοποίησης; Ο συν-Ένας δεν είναι το υποκείμενο που υποτίθεται ότι γνωρίζει, αλλά το υποκείμενο εμψυχωτης ή υποκινητής, το υποκείμενο που ξέρει να προκαλεί7. Αναγνωρίζει κανείς εδώ τη σαγήνη που χαρακτηρίζει το υστερικό υποκείμενο το οποίο έρχεται να αμφισβητήσει την καθεστυκία γνώση, να δημιουργήσει μια οπή, ένα κενό στην συνεκτικότητα ή την καθολικότητά της.  Σε ένα κείμενό του για τα καρτέλ υπό το πρίσμα της θεωρίας των τεσσάρων λόγων ο Μιλέρ αναφέρει ότι εάν σε ένα καρτέλ πρυτανεύει η λογική της κυριαρχίας (Λόγος του κυρίου) δεν υπάρχει παραγωγή νέας γνώσης, παρά μονάχα ανα-παραγωγή του κύριου σημαίνοντος, εάν πρυτανεύει η ακαδημαϊκή γνώση (Λόγος του πανεπιστημίου) επέρχεται κρίση διότι ο άλλος δεν αναγνωρίζεται ως υποκείμενο, αλλά αντικειμενοποιείται, ενώ εάν κυριαρχεί η αναλυτική διάταξη (Λόγος του αναλυτή) παράγεται μονάχα ελεύθερος συνειρμός. Η γνώση παράγεται μόνον στην περίπτωση που κάποιος (ο συν-Ένας) τοποθετείται στη θέση του διχασμένου υποκειμένου. Σε αυτή την προοπτική, όπως σημειώνει εν προκειμένω ο Μιλέρ, η δομή που ανταποκρίνεται καλύτερα στα καρτέλ είναι η δομή του υστερικού λόγου8.

Ο ρόλος του συν-Ένα είναι η επίκληση, το κάλεσμα προς εργασία με έναν τρόπο που να αναδεικνύει την ιδιαιτερότητα, την μη αναγώγιμη ετερότητα του κάθε συμμετέχοντα. Στόχος δεν είναι η αναπαραγωγή της έτοιμης γνώσης αλλά η ανάδυση ενός προσωπικού ερωτήματος, η ανάληψη της επιθυμίας για μελέτη, η υποκειμενοποίηση της γνώσης. Ο συν-Ένας δεν είναι ο κύριος της γνώσης. Στον βαθμό που το καρτέλ αντιτίθεται στην απο καθέδρας διδασκαλία, ο συν-Ένας οφείλει να ενσαρκώνει το σωκρατικό “ουδέν οίδα”, να επιτελεί μια αγαλματική λειτουργία κινητοποίησης της επιθυμίας, να παίζει τον ρόλο ενός “agent provocateur”- να (προ)καλεί. Για να το θέσουμε διαφορετικά, ο συν- Ένας χρειάζεται να λειτουργεί ως “αδαής δάσκαλος”, σύμφωνα με τον όρο του Γάλλου φιλοσόφου Ζακ Ρανσιέρ, ο οποίος στο βιβλίο του “Ο αδαής δάσκαλος. Πέντε μαθήματα πνευματικής χειραφέτησης” μελετά την ιστορία ενός αυτοεξόριστου Γάλλου δασκάλου Ζακοτό που δίδασκε μαθητές με τους οποίους δεν μοιραζόταν καν την ίδια γλώσσα. Το νόημα αυτής της “παραβολής” είναι ότι σημασία δεν έχει τόσο η προϋπάρχουσα γνώση, όσο η επιθυμία για γνώση, η μετάδοση της επιθυμίας για γνώση, δηλαδή η μεταβίβαση εργασίας. Ο Ρανσιέρ το διατυπώνει ως εξής: «Δάσκαλος είναι αυτός που κρατάει τον ερευνητή στο δρόμο του, σε ένα δρόμο που τον ερευνά συνεχώς μόνος του»9. 

Το διακύβευμα της εργασίας στο πλαίσιο ενός καρτέλ είναι να εισαχθεί και να διατηρηθεί το επιτέλεσμα υποκείμενο (l’effet sujet), δηλαδή κάτι της τάξης της ριζικής ετερότητας, της υποκειμενικής μοναξιάς. Μέσω του καρτέλ οι επιμέρους υποκειμενικές μοναξιές συνδέονται μεταξύ τους, το καρτέλ είναι ενός είδους βορρόμειος κόμβος, ένας κοινωνικός δεσμός που διατηρεί την ενικότητα του καθενός. Κλείνοντας αυτή την σύντομη εισαγωγή θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι εάν “η αφετηρία κάθε κοινωνικού κόμβου συγκροτείται από την απουσία διάφυλης σχέσης"10, το καρτέλ αρθρώνεται γύρω από αυτή την οπή στη γνώση που συνιστά το πραγματικό της ψυχανάλυσης. Ότι το καρτέλ στηρίζεται σε αυτή την οπή στη γνώση που γεννά ερωτήματα, έρωτα, δηλαδή επιθυμία. Στην πρωτόγνωρη συνθήκη της πανδημίας και των lockdowns που αυτή επέβαλλε σε ολόκληρο τον πλανήτη ο θεσμός των καρτέλ υπήρξε, πιστεύω, σημαντικός για την διατήρηση της επιθυμίας για γνώση επιτρέποντας, σε πείσμα των καιρών, την διατήρηση ενός κοινωνικού δεσμού των επιμέρους μοναξιών.