Δέσποινα Ανδροπούλου
Δεσμοί και εξουσίες στη Σχολή του Λακάν
«Κοινωνικός δεσμός», «κρίση της εξουσίας»... Είναι εκφράσεις στις οποίες συναντάμε συχνά τα δύο κύρια σημαίνοντα του τίτλου που επέλεξα για την παρέμβασή μου, με τρίτο σημαίνον τη Σχολή που ίδρυσε ο Ζακ Λακάν το 1964.[1]
Τα ερωτήματα που προκύπτουν από τον τίτλο θα μπορούσαν να διατυπωθούν ως εξής:
- Ποιους δεσμούς μεταξύ των μελών της Σχολής επιτρέπει η διαμόρφωση του αναλυτή [la formation de l’analyste], έτσι όπως διατυπώθηκε από τον Ζακ Λακάν το 1967;
- Εάν «ο αναλυτής εξουσιοδοτείται μόνο από τον εαυτό του και από μερικούς άλλους», με άλλα λόγια, εάν ο αναλυτής δεν εξουσιοδοτείται παρά μόνο στο βαθμό αυτού που έχει αναλυθεί –του αναλυμένου–, το οποίο προκύπτει από τη θεραπεία του και επαληθεύεται από τη διαδικασία του περάσματος [la passe], ποια είναι η εξουσία [autorité] του αναλυτή που είναι μέλος της Σχολής;
Eξ ου και το τρίτο ερώτημα:
- Είναι δόκιμο –και αν είναι, με ποια έννοια;– να μιλάμε για «δεσμούς εξουσίας» στη Σχολή του Λακάν;
Πριν διερευνήσω τα σημαίνοντα «δεσμός» και «εξουσία» στους κόλπους της Σχολής, θεωρώ απαραίτητη την εισαγωγή ενός όρου που λειτουργεί ως προϋπόθεση, η οποία λανθάνει στα ερωτήματα που τέθηκαν παραπάνω. Πρόκειται για τον όρο «ιδανικό». Όπως ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ ορίζει στη «Θεωρία του Τορίνου[2] για το υποκείμενο της Σχολής»: «Η θέση του Ιδανικού σε μια ομάδα είναι μία θέση εκφοράς». Συνεχίζει διακρίνοντας δύο τρόπους εκφοράς: Αφενός, «έναν λόγο που εκφέρεται από τον τόπο του Ιδανικού και αντιτάσσει το εμείς στο αυτοί». Διευκρινίζει δε, ότι «από τη θέση του Ιδανικού κάθε λόγος που εγκαθιδρύεται πάνω στην αντίθεση φίλοι/εχθροί, που την παγιώνει, εντείνει μέσω αυτής την υποκειμενική αλλοτρίωση από το Ιδανικό». Αφετέρου, «ένας αντίστροφος λόγος μπορεί να εκπέμπεται από τη θέση του Ιδανικού που συνίσταται στην εκφορά ερμηνειών. Το να ερμηνεύει κανείς την ομάδα, σημαίνει ότι αποσυνδέει τα μέλη της και παραπέμπει το καθένα από αυτά στη μοναξιά του, στη μοναξιά της σχέσης του με το ιδανικό». Ενώ «ο πρώτος λόγος είναι ένας λόγος που μαζικοποιεί και βασίζεται στην υποβολή, και, κακά τα ψέματα, ομολογεί ο ΖΑΜ, πάντα παραμένει ένα ποσό υποβολής ακέραιο, ο δεύτερος λόγος είναι ερμηνευτικός και απομαζικοποιεί. Είναι μια ανάλυση της ομαδικής υποβολής».[3]
Πράγματι, την ίδια στιγμή που αναδύθηκε η Σχολή από το λόγο του, η «Σχολή σαν μυθοπλασία της γλώσσας», ο Λακάν έκανε μια ερμηνεία: η φράση του «τόσο μόνος όσο πάντοτε υπήρξα στη σχέση μου με το ψυχαναλυτικό αίτιο» είναι ακριβώς μια ερμηνεία. Παρουσιάζοντας τον εαυτό του «όχι σαν υποκείμενο που αυτοπροτείνεται ως Ιδανικό, αλλά σαν υποκείμενο που σχετίζεται με ένα Ιδανικό»,[4] ο Λακάν κάνει μια ερμηνεία που αφορά τον αναλυτή μέλος της Σχολής που ιδρύει. Αυτή η ερμηνεία στοχεύει στη διάζευξη του υποκειμένου και του κύριου σημαίνοντος, το οποίο, όπως διδάσκει στο 17ο σεμινάριό του, Το αντίστροφο της ψυχανάλυσης, αποτελεί ενθύμηση της εισβολής απόλαυσης.[5] Εάν, λοιπόν, είναι ακριβώς η αποσύνδεση μεταξύ του υποκειμένου και του κύριου σημαίνοντος –που στο λόγο του κυρίου λειτουργεί ως ιδανικό– το στοιχείο που επιτρέπει σε έναν αναλυτή να είναι μέλος της Σχολής, ποιο είναι το κατηγόρημα που εξασφαλίζει την ταύτιση του αναλυτή με το μέλος της;
Η ταύτιση του αναλυτή ως μέλους της Σχολής
Η ταύτιση συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση του ανήκειν σε ένα σύνολο, σε μια ομάδα. «Είμαι μέλος» είναι μια διατύπωση που καλύπτει τρεις διαστάσεις: (α) το συμβολικό επίπεδο που αποτελεί το καλούπι για το φαντασιακό της ταύτισης (S1), (β) το φανταστικό επίπεδο έτσι όπως μορφοποιείται από το συμβολικό (a-a΄), και (γ) το πραγματικό επίπεδο, το οποίο αντιστοιχεί στον τύπο της φαντασίωσης και συνιστά ένα είδος προσωπικής ταυτότητας.
Ωστόσο, από τη στιγμή που ξεκινά μια ανάλυση, αμφισβητούνται αυτά τα τρία επίπεδα ταύτισης˙ το αναλυτικό ταξίδι γίνεται συνώνυμο με ένα ταξίδι κατακρήμνισης των ταυτίσεων καθώς και με τη διάσχιση της φαντασίωσης. Η τελική έκβαση μιας ανάλυσης οδηγεί βασικά στη διαπίστωση ότι είναι αδύνατο για το υποκείμενο να ανήκει, να είναι μέλος οποιουδήποτε συνόλου. Εξ ου και «κάθε ομάδα αντιτίθεται στον αναλυτικό λόγο» ή «η θέση του αναλυτή από μόνη της ενίσταται στο σύνολο».
Από την άλλη πλευρά, όπως τονίζει ο Ζ.-Α. Μιλέρ, η θέση του αναλυτή όπως ορίζεται στον αναλυτικό λόγο, ως «αντικείμενο α, απορριμματικός κύριος, μοναχικός, άχρηστο εργαλείο οποιουδήποτε συνόλου, που απωθεί κάθε σύνολο, αυτή ακριβώς η θέση είναι που συνιστά ένα κάλεσμα προς την ομάδα, από τη στιγμή που πρέπει ακόμα να αναρωτηθούμε πώς ο αναλυτής μπορεί να υποστηρίξει τη θέση του στον αναλυτικό λόγο, πώς μπορεί να στηρίξει τη λειτουργία του χωρίς να στηρίζεται σε κάποιο σημαίνον του αναλυτή».[6]
Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να θυμίσουμε ότι υπάρχει πάντα η λύση που υιοθετήθηκε από τη Διεθνή Ψυχαναλυτική Εταιρεία, η οποία, προκειμένου να ξεπεράσει τον σκόπελο που προέκυψε από το συμπέρασμα «ο αναλυτής δεν μπορεί να είναι μέλος μιας ομάδας», συρρίκνωσε τον αναλυτή σε ένα κατηγόρημα.
Ακολουθώντας το πρότυπο της Διεθνούς, μια ομάδα αναλυτών είναι ένα σύνολο υποκειμένων των οποίων οι ιδιότητες μπορούν εκ των προτέρων να οριστούν. Στην αναλυτική κοινότητα της Διεθνούς προϋπάρχει μια γνώση αναφορικά με το είναι του αναλυτή και ο αναλυτής πρέπει να αποδείξει ότι πληροί τα καθορισμένα πρότυπα για να αναγνωριστεί ως μέλος της. Με λακανικούς όρους, πρόκειται για μια κοινότητα, μια εταιρεία στην οποία μετατρέπεται το μικρό α της θέσης του αναλυτή σε σημαίνον της ανάλυσης ή μετατρέπεται το μικρό α σε S1, σε κύριο σημαίνον.
Η συρρίκνωση της θέσης του αναλυτή (μικρό αντικείμενο α) σε i (σε μια ταύτιση ή ένα κατηγόρημα), και δη σε μια ταύτιση με το ιδανικό, δεν είναι η λύση που προήγαγε ο Λακάν για τη Σχολή του. Εξάλλου, θα πρέπει να σημειώσουμε πως για τον Λακάν η Σχολή δεν είναι ταυτόσημη με την ψυχανάλυση. Tο να είναι κάποιος μέλος της Σχολής δεν σημαίνει ότι είναι λακανικός αναλυτής. Κάποιος μπορεί να βρει Λακανικούς εκτός της Σχολής του Λακάν και αντίστροφα μη αναλυτές εντός της Σχολής του. Η συνύπαρξη αναλυτών με μη αναλυτές, του αναλυτικού με το μη αναλυτικό, συνάδει με τη διάκριση μεταξύ της λειτουργίας (ως αναλυτή) και του είναι τού αναλυτή. Η λειτουργία ως αναλυτή και η εργασία για το ψυχαναλυτικό αίτιο διαφέρει από το να είναι κάποιος αναλυτής. Η όλη διαδικασία του περάσματος που επινόησε ο Λακάν βασίζεται ακριβώς σε αυτήν τη διάκριση μεταξύ λειτουργίας και είναι.
Ωστόσο, εάν υπάρχει μια ταύτιση με το μέλος της Σχολής του Λακάν, είναι η ταύτιση με τον αποφασισμένο εργαζόμενο, διδάσκει ο Ζ.-Α. Μιλέρ. Τούτου λεχθέντος, υπάρχει, όπως σημειώνει, μια αντινομία μεταξύ του αναλυτή μέσα στην ψυχαναλυτική εμπειρία και του αναλυτή στην ομάδα. Οι διαφοροποιήσεις εντός της Σχολής ακολουθούν αυτή τη λογική: Οι AME, AE, AP είναι τίτλοι που εισάγουν διαφορές μεταξύ των μελών της Σχολής ανάλογα με το κατά πόσο κάποιος έχει δεσμευτεί ως υποκείμενο.[7] Αυτή η διαφοροποίηση δηλώνει μια διαβάθμιση αλλά όχι μια ιεραρχία, σημειώνει ο Ζ.-Α. Μιλέρ. Στη Σχολή του Λακάν υπάρχει μόνο μία κατηγορία μελών. Οι διαφορετικοί τίτλοι αφορούν τη σχέση που έχει ο καθένας με την αναλυτική εμπειρία. Το γεγονός ότι πρόκειται για διακρίσεις αμιγώς επιστημολογικές, διακρίσεις αναφορικά με τη γνώση, καθιστά τον σεβασμό ως προς αυτό που επιβάλλεται από μόνο του, ως προς τη βαθμίδα που αξιολογεί αυτές τις διακρίσεις, κάτι το οποίο αναμένουμε και προσδοκούμε, κάτι το θεμιτό αλλά όχι βέβαιο. Αν ο AP φέρει έναν τίτλο που θεμελιώνεται στην αυτο-ανακήρυξη του αναλυτή, στην αυτo-εξουσιοδότηση, ο ΑΜΕ φέρει αντιθέτως έναν τίτλο που απονέμεται από την αρμόδια επιτροπή της Σχολής, η οποία επικυρώνει ότι ο αναλυτής έχει δώσει τις εξετάσεις του στο πεδίο. Πρόκειται, όπως ο επισημαίνει ο Ζ.-A. Mιλέρ, για την «κοινωνική εγγύηση στο παράδοξο αυτό σύνολο που συνιστά η Σχολή». Αυτή η εγγύηση δεν έχει σχέση με τον πυρήνα της αναλυτικής εμπειρίας ούτε με την εμπειρία της Σχολής. Ο τίτλος του ΑΜΕ είναι μια ένδειξη, ένα σήμα κατατεθέν του αναλυτή που έχει την εμπειρία, η οποία έρχεται λόγω αρχαιότητας.
Η επιλογή που έχει ενδιαφέρον κατά τον Λακάν, λέει ο Μιλέρ, είναι η επιλογή του ΑΕ, διότι οι ΑΕ επιλέγονται μεταξύ των νέων και όχι των ηλικιωμένων, διότι μέσα από την τάξη των νέων μπορεί να προοδεύσει η Σχολή και να προχωρήσει η ψυχανάλυση, δηλαδή να επινοηθεί εκ νέου η ψυχανάλυση.
Διαβάζοντας το παρακάτω απόσπασμα που προέρχεται από το μάθημα του Ζ.-Α. Μιλέρ,[8] προκύπτει αναπόφευκτα το ερώτημα αναφορικά με τους δεσμούς των μελών στη Σχολή: «Φανταστείτε τον παλιό ψυχαναλυτή, με την φουσκωμένη πελατεία, όταν πρόκειται να δώσει τον μεγαλύτερο τίτλο διάκρισης στον νεαρό που μόλις τελείωσε την ανάλυσή του. Στόχος των παλαιοτέρων, παντού και σε κάθε Εταιρεία, είναι κυρίως να συγκρατούν την έφοδο των νέων, για να μην πάρουν οι τελευταίοι το μεγαλύτερο κομμάτι του γλυκού».
Ο Λακάν γνώριζε πολύ καλά τα διακυβεύματα της ομάδας όταν ίδρυε τη Σχολή του. Αναγνώριζε το ιδιαίτερο καθεστώς της ομάδας των αναλυτών, εξ ου και όσα έγραψε στο «L’étourdit»: «Έχω το καθήκον να επινοήσω το καθεστώς ενός λόγου, εκεί όπου εντοπίζω ότι υπάρχει …λόγος, και να τον τοποθετήσω στον κοινωνικό δεσμό στον οποίο υποτάσσονται τα σώματα που κατοικούν αυτόν τον λόγο. Το εγχείρημά μου φαίνεται απελπισμένο – και είναι εξ αιτίας του ίδιου του γεγονότος, εκεί ακριβώς βρίσκεται το γεγονός της απελπισίας – διότι είναι αδύνατο οι ψυχαναλυτές να συγκροτήσουν ομάδα».[9]
Ο κοινωνικός δεσμός μεταξύ των μελών της Σχολής
Ο αναλυτικός λόγος εξαρτάται από τον κοινωνικό δεσμό που συγκροτούν οι αναλυτές. Ο Λακάν τον διακρίνει από την ομάδα: «Ο αναλυτικός λόγος θεμελιώνει έναν δεσμό χωρίς να συγκροτεί ομάδα και ειδικότερα δίχως φαντασιακή φαυλότητα». Εγγράφει μία σχέση που πάει από το α προς το $. Αυτή η σχέση γράφει έναν δεσμό που δεν έχει τα θεμέλιά του στην ταύτιση: «καταρχήν από την πλευρά του αναλυόμενου, διότι είναι αναλυόμενος στο βαθμό που εργάζεται πάνω στις ταυτίσεις του, που αποδεσμεύεται από αυτές, και που, όντας υποκείμενο της ομιλίας στην αναλυτική εμπειρία, ανατρέπει την ταυτισιακή αιχμαλωσία (a → $). Αυτή η σχέση επίσης εγγράφει ένα δεσμό που δεν είναι θεμελιωμένος ούτε στην ταύτιση από την πλευρά του αναλυτή, «εφόσον ο τελευταίος δρα από μια θέση που δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί, και ενώ προσφέρεται σε ταυτίσεις, με καμία δεν συμφωνεί».[10] Η αναλυτική εμπειρία συνιστά το ίδιο το παράδειγμα που μας υποχρεώνει να «διακρίνουμε τον δεσμό και την ομάδα, που μας δίνει την έννοια ενός διακριτού από την ομάδα δεσμού, και μας αναγκάζει να σκεφτούμε την πιθανότητα η Σχολή να μπορεί να καταστεί ένας δεσμός που δεν συγκροτεί ομάδα».[11]
Αναμφίβολα αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε την ψευδαίσθηση της ανυπαρξίας των φαινομένων της ομάδας. Αντιθέτως, «ο αναλυτής θα πρέπει να έχει αφιερώσει ένα μέρος της ψυχαναλυτικής πορείας στα ζητήματα της ομάδας». Αν είναι θεμιτό και δικαιολογημένο να μιλάμε στην ομάδα για «απωθημένο και σύμπτωμα, τότε πρέπει να αποδεικνύουμε ότι ξέρουμε να ακούμε, ξέρουμε να ερμηνεύουμε, ξέρουμε να παράγουμε εντός της ομάδας ένα αποτέλεσμα υποκειμενικό, δηλαδή μια τομή τέτοια που μεταξύ Παρασκευής και Δευτέρας να μην είμαστε οι ίδιοι».[12]
Η αναλυτική εξουσία
Λέγοντας ότι η Σχολή του Λακάν ορίζει έναν κοινωνικό δεσμό που δεν είναι ομαδικός, σημαίνει ότι πρόκειται για μια ομάδα που ελευθερώνεται από τη φαντασιακή φαυλότητα μέσω της ερμηνείας, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις εκείνες που καθιστούν εφικτή την μετάδοση της ψυχανάλυσης και τη διαιώνιση του επιστημολογικού δεσμού που τη διακρίνει.
Εξ ου και το αντικείμενο και αίτιο που κινητοποιούν την επιθυμία κάθε μέλους της Σχολής που προάγει τον αναλυτικό λόγο: παίρνει τη σκυτάλη της διδασκαλίας της ψυχανάλυσης μέσω μιας μεταβίβασης, χωρίς αυτό να λειτουργεί με όρους ταύτισης. Εισάγω κάποιον σε μια εργασία που συνεχίζει τη δική μου συνιστά την εξουσία που πηγάζει από τον αναλυτικό λόγο. Πρόκειται για την εξουσία με την έννοια που δίνει στον όρο ο Μαρκ Λεβί, «μια εξουσία που δεν είναι ούτε ζήτημα τού είναι ούτε τού έχειν, δεν είναι ζήτημα ούτε γνώσης ούτε δύναμης. Η εξουσία είναι ευθύνη του δημιουργού μιας λέξης (ενός λόγου, parole), είναι το αποτέλεσμα της ρήσης κάποιου του οποίου η επιθυμία δρα κινητοποιητικά για εκείνον που την προσλαμβάνει. Έτσι, το έχω εξουσία ή το είμαι αυθεντία προέρχεται από αυτό το «συν» που, καθώς απονέμεται σε κάποιον, παράγει ένα αποτέλεσμα συνήχησης, έλξης, και προκαλεί μια ηχώ που προκαλεί και ξυπνά την επιθυμία. Η εξουσία δεν μπορεί να διαταχθεί, απονέμεται πάντα, αποδίδεται, παρέχεται σε όποια ή όποιον τοποθετείται σε σχέση με το αδύνατο, με τρόπο απαράμιλλο. Η ομιλία του/της δρα σαν μια ομιλία Άλλη, η οποία μπορεί να διδάξει, να καθοδηγήσει και να μεταδώσει».[13]
Η επιθυμία τού να γίνει ή να λειτουργεί κάποιος σαν αναλυτής συνιστά μια επιθυμία κάποιου που έχει την εξουσία να ανατρέψει τη φρίκη της γνώσης και να τη μετατρέψει σε επιθυμία γνώσης, προκαλώντας σε κάποιον άλλο, στον αναλυόμενο, την επιθυμία να αδράξει το αίτιο αυτής της φρίκης. Είναι ακριβώς αυτή η φρίκη που καθιστά κάθε λόγο που εκφέρεται από τη θέση του ιδανικού παρωχημένο…
[1] Παρέμβαση στην Ημερίδα της Εταιρείας Βορρόμειος Κόμβος της ΝΛΣ, στις 26 Σεπτεμβρίου 2020, με θέμα «Ζητήματα της Σχολής του Λακάν».
[2] J.-A. Miller, «Théorie de Turin sur le sujet de l’Ecole» (2000), La Cause freudienne, 74, Μάρτιος 2010, σσ. 132-143. Εκφωνήθηκε από τον Ζ.-Α. Μιλέρ στο 1ο Επιστημονικό Συνέδριο της υπό διαμόρφωση Scuola Lacanian di Psicoanalisi (Ιταλικής Λακανικής Σχολής Ψυχανάλυσης), την 21η Μαΐου 2000. Το θέμα του Συνεδρίου ήταν: «Οι παθολογίες των νόμων και των κανόνων». Βλ. στα ελληνικά: Ζ.-Α. Μιλέρ, «Η Θεωρία του Τορίνου» στο Κείμενα για τη Σχολή του Λακάν, μετάφραση Δ. Ανδροπούλου, Π. Αγαπάκη, επιμέλεια Ν. Λινάρδου-Μπλανσέ, εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2013.
[3] Αυτόθι, σ. 66.
[4] Αυτόθι, σ. 67.
[5] J. Lacan, Le Séminaire, Livre XVII, L’Εnvers de la psychanalyse, Seuil, Παρίσι 1991, σ. 89. Βλ. στα ελληνικά: Ζ. Λακάν, Σεμινάριο δέκατο έβδομο. Το αντίστροφο της ψυχανάλυσης (1969-1970), Ψυχογιός, Αθήνα 2014, σ. 93.
[6] J.-A. Miller, « L’Orientation lacanienne » : Le banquet des analystes, leçon du 14 février 1990, Département de psychanalyse de l’Université de Paris VIII.
[7] AME (Analyste Membre de l’Ecole): Αναλυτής Μέλος της Σχολής. AE (Analyste de l’Ecole): Αναλυτής της Σχολής. AP (Analyste Praticien): Αναλυτής που ασκεί την ψυχανάλυση.
[8] J.-A. Miller, « L’Orientation lacanienne » : Le banquet des analystes, leçon du 14 février 1990, Département de psychanalyse de l’Université de Paris VIII.
[9] J. Lacan, « L’étourdit », Autres écrits, Seuil, Παρίσι 2001, σ. 474.
[10] J.-A. Miller, « L’Orientation lacanienne » : Le banquet des analystes, leçon du 14 février 1990, Département de psychanalyse de l’Université de Paris VIII. Η έκφραση «φαντασιακή φαυλότητα» παραπέμπει στη σελίδα 475 του κειμένου « L’étourdit » των Άλλων Γραπτών.
[11] Αυτόθι.
[12] Αυτόθι.
[13] M. Levy, De l’autorité, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.causefreudienne.net/de-lautorite/