Επιλέξτε τη γλώσσα σας

Μεταβίβαση, επανάληψη και έμφυλο πραγματικό – Μια ανάγνωση του 11ου Σεμιναρίου

Ζακ-Αλέν Μιλέρ

 

Αναδιάταξη των φροϊδικών εννοιών

Σας έδωσα την τελευταία φορά μια απεικόνιση των τρόπων απόλαυσης, με τον διασκεδαστικό χαρακτήρα που αυτή η απεικόνιση ενέχει. Πρόκειται σήμερα να προσδιορίσω τη θεμελίωση της απεικόνισης αυτής, θεμελίωση που έγκειται, για να το πούμε συνοπτικά, στη σύζευξη του τρόπου απόλαυσης και της επανάληψης. Για να ξαναπιάσω αυτό το ζήτημα, όχι στο επίπεδο των απεικονίσεων, αλλά των εννοιών, προτείνω να ξεκινήσουμε από τη σειρά των τεσσάρων θεμελιωδών εννοιών που διατύπωσε ο Λακάν στο 11ο Σεμινάριό του, όπου αποπειράθηκε να συνοψίσει το κεκτημένο των δέκα πρώτων χρόνων της διδασκαλίας του προκειμένου να εγκαινιάσει τη συνέχεια. Οι τέσσερις αυτές θεμελιώδεις έννοιες συνιστούν μια επιλογή που έκανε ο Λακάν από το έργο του Φρόιντ, μάλιστα και οι τέσσερις είναι έννοιες που διατύπωσε ο Φρόιντ. Τις επέλεξε άραγε για να τις διατηρήσει; Η απάντησή μου είναι αρνητική. Τις διατύπωσε –έτσι το αντιλαμβάνομαι σήμερα– προκειμένου να καταδείξει ότι εκεί ενεργοποιείται η ίδια ακριβώς δομή, πράγμα που τον οδηγεί, αν όχι στο να τις εγκαταλείψει, πάντως στο να τις υπερκεράσει μέσω ακριβώς της αναγωγής τους σε μια κοινή για όλες δομή. Η εν λόγω σειρά είναι η εξής: το ασυνείδητο, η επανάληψη, η μεταβίβαση, η ενόρμηση. Η επιλογή αυτή, από το έργο του Φρόιντ, που έκανε ο Λακάν αποσκοπεί στο να αναγάγει τη φροϊδική εννοιολόγηση στη δική του. Αυτό ακριβώς θα επιχειρήσω να δείξω σήμερα.

Ετούτη η επιλογή, περιορισμένη σε τέσσερις όρους, αναδεικνύει καταρχάς μια διάζευξη, η οποία προτείνεται ρητά ως καινοτόμος, μεταξύ της επανάληψης και της μεταβίβασης. Κι έτσι ο Λακάν είναι σε θέση να δηλώσει, κατά τρόπο απερίφραστο: «Λέω πως η έννοια της επανάληψης δεν έχει καμία σχέση με την έννοια της μεταβίβασης». Παρά τα όσα αναφέρει για τις συγγένειες της μεταβίβασης και της επανάληψης στο έργο του Φρόιντ και στην ψυχαναλυτική εμπειρία, δηλώνει μια ριζική διάζευξη των δύο εννοιών – ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τον ορισμό της μεταβίβασης με βάση το υποτιθέμενο υποκείμενο της γνώσης [sujet supposé savoir], το οποία απουσιάζει από κάθε ορισμό της επανάληψης.

Η φράση που σας ανέφερα βρίσκεται στο τμήμα του 11ου Σεμιναρίου που αφορά την επανάληψη και, στο τμήμα που αφορά τη μεταβίβαση, επαναλαμβάνεται κατά κάποιον τρόπο: «η μεταβίβαση ως λειτουργικός τρόπος –εννοείται εδώ, λειτουργικός τρόπος στην ψυχαναλυτική θεραπεία– δεν θα μπορούσε να αρκεστεί στο να συγχέεται με την αποτελεσματικότητα της επανάληψης». Ο Λακάν διαχωρίζει εδώ τη θέση του από την τάση της ψυχαναλυτικής βιβλιογραφίας να ανάγει τη μεταβίβαση στην επανάληψη. Έχουμε επομένως μια πρώτη διάζευξη, ρητή και καινοτόμο, μεταξύ μεταβίβασης και επανάληψης.

Επιχειρείται όμως και μια δεύτερη διάζευξη σ’ αυτή την επιλογή: η διάζευξη μεταξύ επανάληψης και ενόρμησης. Στη διδασκαλία του Λακάν, η δεύτερη αυτή διάζευξη προορίζεται ωστόσο για επανασύγκλιση, διότι η πρόοδος της διδασκαλίας του θα τον οδηγήσει αντίθετα στο να ταυτίζει όλο και περισσότερο επανάληψη και ενόρμηση.

Να λοιπόν ποια είναι σήμερα η αφετηρία μου: αυτή η διπλή διάζευξη –επανάληψη και μεταβίβαση, επανάληψη και ενόρμηση–, με την πρώτη να βαθαίνει όλο και περισσότερο και τη δεύτερη να προορίζεται να κλείσει, σαν να έχουν αντίθετα πεπρωμένα. Εδώ δεν τίθεται ζήτημα απεικονίσεων αλλά εννοιών. Είναι λιγότερο χαρωπά τα πράγματα απ’ ό,τι την τελευταία φορά. Ας προσπαθήσουμε ωστόσο να συλλάβουμε τη διαφορά που εγκαθιδρύει ο Λακάν μεταξύ επανάληψης και μεταβίβασης, και τούτο σε σχέση με το ασυνείδητο.

ΔΙΑΖΕΥΞΗ ΜΕΤΑΞΥ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ

Για να απλοποιήσω την εν λόγω διάζευξη, θα πω ότι ο Λακάν τοποθέτησε ευθύς εξαρχής την επανάληψη από την πλευρά του συμβολικού, τη μεταβίβαση από την πλευρά του φαντασιακού, και ότι, βάζοντας στη σειρά τις τέσσερις έννοιες, το πρώτο που κάνει είναι να διασαφηνίζει ρητά ετούτη την αντίθεση [μεταξύ συμβολικού και φαντασιακού].

Η μεταβίβαση ως κλείσιμο του ασυνειδήτου

Ας εξετάσουμε αρχικά τη μεταβίβαση. Το αφετηριακό σημείο που επιλέγει ο Λακάν στο 11ο Σεμινάριο είναι να θέσει τη μεταβίβαση ως αντίσταση στο ασυνείδητο. Το διατυπώνει ρητά, όταν θεωρεί τη μεταβίβαση ως «το μέσον εξαιτίας του οποίου διακόπτεται η επικοινωνία του ασυνειδήτου, εξαιτίας του οποίου το ασυνείδητο κλείνει». Πράγμα που σημαίνει ότι μας καλεί να εγκαθιδρύσουμε μια μορφή διάζευξης μεταξύ της μεταβίβασης και του ασυνειδήτου – η διπλή μπάρα εκφράζει εδώ αυτή την τρόπον τινά δυναμική αντιδιαστολή των δύο εννοιών.

μεταβίβαση // ασυνείδητο

Ο ορισμός της μεταβίβασης ως αντίστασης στο ασυνείδητο δεν νοείται παρά εφόσον το ασυνείδητο οριστεί με βάση τη δυνατότητά του να κλείνει. Και αυτό είναι που εμψυχώνει το 11ο Σεμινάριο: η απόπειρα να προσδιοριστεί το ασυνείδητο μέσα από μια δομή παλμικής χρονικότητας μεταξύ ανοίγματος και κλεισίματος. Αυτό τίθεται ευθύς εξαρχής με τον ορισμό της πρώτης από τις τέσσερις έννοιες, του ασυνειδήτου – ο ορισμός του ασυνειδήτου ως ανοίγματος και κλεισίματος αποσκοπεί ακριβώς στο να επιτρέψει τον ορισμό των τριών άλλων εννοιών.

Σε σχέση με αυτή τη δυαδική χρονική δομή, η μεταβίβαση τοποθετείται από την πλευρά του κλεισίματος. Υπάρχει εδώ κάποια παραδοξότητα, την οποία σημειώνει ο Λακάν, καθότι στη μεταβίβαση είχε αποδοθεί κλασικά η ίδια η δυνατότητα ερμηνείας του ασυνειδήτου. Εντούτοις, ο Λακάν, σε τούτο το Σεμινάριο που στοχεύει τις θεμελιώδεις έννοιες της ψυχανάλυσης, θέτει τη μεταβίβαση από την πλευρά του κλεισίματος του ασυνειδήτου.

Όλα αυτά αποσαφηνίζουν τις βασικές προϋποθέσεις, τις απαρχές της διδασκαλίας του, σύμφωνα με τις οποίες η μεταβίβαση, μακράν του να θεωρείται ως τρόπος πρόσβασης στο ασυνείδητο, προσδιοριζόταν πάντα σαν ένα κλείσιμο. Για να πειστούμε, δεν έχουμε παρά να ανατρέξουμε σε κάτι που προηγείται του μανιφέστου του, «Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση», τουτέστιν στο κείμενό του με τίτλο «Παρέμβαση για τη μεταβίβαση», στο οποίο προσπαθεί να αντλήσει το δίδαγμα από τις μεταπτώσεις της περίπτωσης της Ντόρας στον Φρόιντ.

Συμβολική διαλεκτική και φαντασιακή στασιμότητα

Αυτό το κείμενο –γραπτή επανεπεξεργασία μιας αυτοσχέδιας προφορικής παρέμβασης– δίνει μεγάλη έμφαση στη συμβολική διαλεκτική της εν λόγω περίπτωσης υστερίας. Μόνο προς το τέλος θέτει ο Λακάν το ερώτημα σχετικά με τη μεταβίβαση. Και απαντά προσδιορίζοντάς την σε συνάρτηση με τη διαλεκτική της περίπτωσης, ως μια στιγμή λίμνασης, μια στιγμή ακινητοποίησης της συμβολικής διαλεκτικής: «ακόμη και όταν –η μεταβίβαση– προδίδεται με τη μορφή κάποιας συγκίνησης –δηλαδή με τη μορφή κάποιου συναισθήματος–, αυτή η συγκίνηση δεν αποκτά το νόημά της παρά σε συνάρτηση με τη διαλεκτική στιγμή κατά την οποία παράγεται».

Πράγμα που σημαίνει ότι ευθύς εξαρχής, στο ξεκίνημα της διδασκαλίας του, και μάλιστα ακόμη πιο πριν, στις καταβολές της, ο Λακάν προσδιορίζει τη μεταβίβαση έναντι της συμβολικής διαλεκτικής, και μάλιστα ως μια στιγμή στασιμότητας της τελευταίας. Αυτόν τον ορισμό της μεταβίβασης δίνει τότε: «η εμφάνιση, σε μια στιγμή στασιμότητας της ψυχαναλυτικής διαλεκτικής, των μόνιμων τρόπων με βάση τους οποίους το υποκείμενο συγκροτεί τα αντικείμενά του». Η μεταβίβαση προσδιορίζεται, σε αντιδιαστολή προς τη διαλεκτική δυναμική, την οποία χαρακτηρίζει η κινητικότητα, ως η εμφάνιση, στο επίπεδο της [ψυχαναλυτικής] εμπειρίας, μιας μονιμότητας που ανάγεται στην υποκειμενική συγκρότηση του αντικειμένου.

Αυτή τη στασιμότητα της συμβολικής διαλεκτικής την ξαναβρίσκουμε στο 11ο Σεμινάριο με τη μορφή ενός κλεισίματος του ασυνειδήτου. Ευθύς εξαρχής, ο Λακάν τοποθέτησε τη μεταβίβαση στο φαντασιακό πεδίο, στο πεδίο όπου το αντικείμενο είναι σύστοιχο του εγώ, στη διαγώνιο του τετραγώνου της ψυχανάλυσης που θα διαμορφώσει λίγο αργότερα. Συνδέει έτσι τη μεταβίβαση με τη λίμπιντο που αντιστοιχεί στη σχέση ναρκισσισμού του εγώ και στη σχέση αντικειμένου. Αυτό είναι εξάλλου που τον οδηγεί, στο ξεκίνημα της διδασκαλίας του, να αποδεχθεί την έννοια της αντιμεταβίβασης, στο μέτρο που η αντιμεταβίβαση παραπέμπει στις αδράνειες του εγώ του αναλυτή.

Το να γίνεται λόγος για στασιμότητα αναφορικά με τη μεταβίβαση σημαίνει ότι η τελευταία παραπέμπεται στη δυναμική της συμβολικής διαλεκτικής, η οποία της προσδίδει το νόημά της και συνάμα είναι ικανή να την υπερβεί. Μπορούμε επομένως να πούμε ότι μία από τις συνέπειες της διάζευξης μεταξύ του φαντασιακού και του συμβολικού –διάζευξη στην οποία ο ίδιος ο Λακάν αναγνωρίζει το αφετηριακό σημείο της καθαυτό διδασκαλίας του– είναι η τοποθέτηση της μεταβίβασης στο φαντασιακό.

Η «ενεργοποίηση της πραγματικότητας του ασυνειδήτου»

Στο 11ο Σεμινάριό του, όπου απαριθμεί την ακολουθία των τεσσάρων εννοιών, από τη μία ο Λακάν επαναλαμβάνει κάτι τέτοιο, προσδιορίζοντας τη μεταβίβαση ως κλείσιμο του ασυνειδήτου, δηλαδή ως μια αναδιατύπωση της στασιμότητας της διαλεκτικής. Την ίδια στιγμή, όμως, κάτι αλλάζει εδώ, στο μέτρο που ο Λακάν ορίζει αυτή τη φορά τη μεταβίβαση ως «ενεργοποίηση της πραγματικότητας του ασυνειδήτου». Τι σημαίνει αυτή η διατύπωση; – αν όχι ότι η μεταβιβαστική στασιμότητα δεν απορρέει από το φαντασιακό αλλά από την πραγματικότητα του ασυνειδήτου. Εδώ, ο όρος πραγματικότητα έρχεται να αντιδιασταλεί προς τον όρο φαντασιακό, για να υπογραμμιστεί ότι η μεταβίβαση δεν είναι της τάξεως της φαντασιακής απατηλότητας. Και αυτό που εδραιώνει τον όρο πραγματικότητα είναι η λέξη έμφυλη [sexuelle]. Το έμφυλο, όπως το κατασκευάζει ο Λακάν στο 11ο Σεμινάριό του, δεν είναι φαντασιακής τάξεως.

Εάν, ωστόσο, η μεταβίβαση ως ενεργοποίηση της πραγματικότητας του ασυνειδήτου συνιστά κλείσιμο του ασυνειδήτου, τότε θα πρέπει να υποθέσουμε –και αυτό είναι που αναπτύσσει ο Λακάν σε τούτο το Σεμινάριο– ότι υπάρχει αντινομία ανάμεσα στο ασυνείδητο και στην έμφυλη πραγματικότητά του. Αυτή είναι πάντως η δική μου πρόταση: υπάρχει μια αντινομία ανάμεσα στο ασυνείδητο και στην έμφυλη πραγματικότητά του, και, συγχρόνως, η αναγκαιότητα να βρεθεί μια έννοια-διαμεσολαβητής μεταξύ των δύο όρων.

Αυτή η διαμεσολαβητική έννοια, για να το πούμε με φροϊδικούς όρους, είναι η λίμπιντο, την οποία ο Λακάν προσπαθεί να τοποθετήσει στη συμβολή του ασυνειδήτου και της έμφυλης πραγματικότητάς του. Βασικά, υπάρχει σταθερά στον Λακάν η αναγκαιότητα για μια τέτοια διαμεσολαβητική έννοια. Την βρίσκει στον Φρόιντ με τη μορφή της λίμπιντο, την οποία μεταφράζει με την έννοια της επιθυμίας. Από τη μία, δείχνει την επιθυμία να συνδέεται με το πεδίο του αιτήματος, να συνδέεται με το σημαίνον –εκεί μπορούν να ενεστωποιηθούν όλες οι διαλείψεις [ή: ανακοπές] του ασυνειδήτου–, και από την άλλη, δείχνει την επιθυμία να συνάπτεται με την έμφυλη πραγματικότητα. Να με ποιον τρόπο κάνει την εμφάνισή της η επιθυμία στη σειρά των τεσσάρων εννοιών: όχι σε πρώτο πλάνο αλλά σε δεύτερο, και ως μια διαμεσολαβητική έννοια η οποία επιτρέπει τη συναρμογή του ασυνειδήτου και της έμφυλης πραγματικότητας. 

Η επανάληψη και το άνοιγμα του ασυνειδήτου

Αφού θέσαμε το περίγραμμα της έννοιας της μεταβίβασης, ας έρθουμε στην έννοια της επανάληψης. Η επανάληψη εμφανίζεται, στο 11ο Σεμινάριο, να συνδέεται ουσιωδώς με το άνοιγμα του ασυνειδήτου, και όχι με το κλείσιμό του όπως ισχύει στην περίπτωση της μεταβίβασης. Ούτως ώστε να μπορεί ο Λακάν να πει ότι «η ίδια η συγκρότηση του πεδίου του ασυνειδήτου διασφαλίζεται μέσω της Wiederkehr», δηλαδή της επιστροφής. Ο Λακάν λέει ότι το ασυνείδητο πιστοποιείται μέσω της επιστροφής των ίδιων σημαινόντων. Οπότε, είμαστε βέβαιοι για την παρουσία και τη δραστικότητα του ασυνειδήτου χάρη στο επιτέλεσμα της επανάληψης.

Στη διδασκαλία του Λακάν, ο στοχασμός για τον αυτοματισμό της επανάληψης κατέχει ουσιαστική θέση αναφορικά με τον καθαυτό ορισμό του ασυνειδήτου – κάτι που δεν ισχύει για τη μεταβίβαση. Μπορούμε να πούμε ότι η επανάληψη συνιστά βασική αρχή του λακανικού ορισμού του ασυνειδήτου. Το ασυνείδητο δομημένο σαν γλώσσα σημαίνει ότι η γλωσσολογική δομή «παρέχει στο ασυνείδητο το καθεστώς του», στον βαθμό που η δομή αυτή επιτρέπει να θέσουμε και να στοχαστούμε την αυτόνομη λειτουργία του συνδυαστικού παιχνιδιού των σημαινόντων, και τούτο, όπως λέει ο Λακάν, κατά τρόπο προ-υποκειμενικό. Υπό αυτή την έννοια, η επανάληψη των ίδιων σημαινόντων προηγείται του υποκειμένου. Γεγονός που καθιστά τη γλώσσα, και την επανάληψη ως επανάληψη των ίδιων σημαινόντων, την καθαυτό συνθήκη του υποκειμένου του ασυνειδήτου.

Βέβαια, ο Λακάν φροντίζει να διαχωρίσει το υποκείμενο του ασυνειδήτου και την επανάληψη – με το υποκείμενο να εκδηλώνεται σαν ένα πρόσκομμα, μια αστοχία, μια ρωγμή, μια ασυνέχεια, μια ταλάντευση μέσα στην επανάληψη. Για να εκδηλωθεί όμως το υποκείμενο, είναι απαραίτητο να υπάρξει καταρχάς η επανάληψη. Είναι κάτι που μας επαναφέρει και πάλι στις απαρχές της διδασκαλίας του Λακάν. Στο «Σεμινάριο για το ‘Κλεμμένο Γράμμα’», η επανάληψη αναδεικνύεται ως διυποκειμενική επανάληψη. Τα υποκείμενα προσδιορίζονται από την επανάληψη και τη μετάθεση των σημαινόντων. Η κατάδειξη [που επιχειρείται] αποσκοπεί στο να συγκροτήσει την επανάληψη μέσα στη συμβολική τάξη, σε αντίθεση με τη μεταβίβαση που είναι της τάξεως του φαντασιακού: η σημαίνουσα σύνταξη της επανάληψης είναι απ’ άκρου εις άκρον συμβολική. Όταν ο Λακάν αναφέρεται ρητά στον αυτοματισμό της επανάληψης, υπογραμμίζει ότι ο αυτοματισμός αυτός έχει κυριολεκτικά την αξία της φροϊδικής μνήμης, η οποία νοείται μόνο εντός της συμβολικής τάξης, επωμιζόμενη δηλαδή όλη την ιστορία του υποκειμένου. Σε συνάρτηση μάλιστα με αυτή τη συμβολική επανάληψη είναι που θέτει τη φροϊδική επιθυμία ως ακατάλυτη, τοποθετημένη μέσα στη συμβολική αλυσίδα που έχει τις δικές της απαιτήσεις. Μπορούμε να πούμε ότι στις απαρχές της διδασκαλίας του, ο Λακάν θεωρεί το ασυνείδητο αποκλειστικά ως μια επαναλαμβανόμενη φράση που υπακούει στους νόμους του συμβολικού καθορισμού.

Έχουμε εδώ μια μετωπική αντίθεση μεταξύ μεταβίβασης και επανάληψης: η μεταβίβαση είναι φαντασιακής τάξεως, λιβιδινική στασιμότητα, ενώ το ασυνείδητο είναι συμβολική αλυσίδα που επαναλαμβάνεται ανάλογα με την απαίτηση της σύνταξής της. Βρίσκουμε τον σχετικό απόηχο στο 11ο  Σεμινάριο, το οποίο αξιοποιεί τα διδάγματα των δέκα πρώτων χρόνων της διδασκαλίας του Λακάν. 

Η επανάληψη και το χαμένο αντικείμενο

Εντούτοις, ο Λακάν ουδέποτε παρέλειψε να υπογραμμίζει τη σύνδεση της επανάληψης με το αντικείμενο ως χαμένο αντικείμενο. Η αναφορά αυτή συνοδεύει όλους τους ορισμούς που δίνει στην έννοια της επανάληψης. Δεν έπαψε να τοποθετεί την επανάληψη ως μια προσπάθεια επανεύρεσης του εγγενώς χαμένου αντικειμένου, να θέτει την απώλεια του αντικειμένου στις καταβολές της συμβολικής επανάληψης. Μπορούμε να πούμε ότι οι ανασκευές της διδασκαλίας του πήγασαν από έναν στοχασμό γύρω από το τι είναι η απώλεια του αντικειμένου.

Το χαμένο αντικείμενο νοείται αρχικά με βάση τη θεμελιώδη δυαδικότητα του σημαίνοντος, ένα από τα μείζονα παραδείγματα της οποίας μάς παρέχει το επεισόδιο του fort-da, με τη σημαίνουσα αναφώνηση [jaculation] που συνοδεύει την παρουσία και την απουσία, την εμφάνιση και την εξαφάνιση του αντικειμένου. Σ’ ένα πρώτο νοηματικό επίπεδο που διακρίνει ο Λακάν, η ιστοριούλα αυτή δείχνει το φυσικό αντικείμενο να ακυρώνεται από το σημαίνον και, ως εκ τούτου, να υποτάσσεται ξεκάθαρα στο σύμβολο. Υπό αυτή την έννοια είναι που αναπτύσσει ο Λακάν τον συμβολικό χαρακτήρα της επανάληψης. Το σημαίνον ακυρώνει ό,τι συνιστά το αντικείμενο, την ικανοποίηση που προσφέρει, και υποκαθιστά αυτή την ικανοποίηση με τη σημαίνουσα επανάληψη. Έχουμε, ως προϋπόθεση της επανάληψης, ένα μηδενικό – το μηδενικό της φυσικής ικανοποίησης που θα μπορούσε να προσφέρει το αντικείμενο. Είναι αυτό που ο Λακάν αποκαλεί, στο ξεκίνημα της διδασκαλίας του, «το σημείο μηδέν της επιθυμίας».

Μετασχηματισμός της έννοιας της επανάληψης

Αυτό είναι το κεντρικό θέμα των ανασκευών που θα επιφέρει στην έννοια της επανάληψης. Πράγματι, το 11ο Σεμινάριο δεν περιορίζεται στο να εκθέσει την έννοια της επανάληψης, αλλά εισάγει μια σχάση της επανάληψης. Στην ουσία, ο Λακάν καταδεικνύει ότι υπάρχει επανάληψη και επανάληψη. Για τον σκοπό αυτό, προσφεύγει στην αριστοτελική διαφορά ανάμεσα στο αυτόματον και την τύχη. Χρησιμοποιεί αυτή την αναφορά ώστε να εισαγάγει μια σχάση στους κόλπους της επανάληψης, ώστε να αναγάγει αυτό που έως τότε αποκαλούσε επανάληψη αποκλειστικά στο αυτόματον, στην επιστροφή και επιμονή των σημείων.

Μέχρι τότε, θα μπορούσε να θεωρηθεί πως η επανάληψη σημαίνει απλά και μόνο τη διαγραφή του αντικειμένου, και πως οτιδήποτε ήταν φυσικής τάξεως, πραγματικό, αρχικό δεδομένο, είχε περάσει στο συμβολικό, δίχως υπόλειμμα. Αυτό που σηματοδοτεί το 11ο Σεμινάριο είναι ότι η σχέση της επανάληψης με το αντικείμενο δεν είναι σχέση απλής ακύρωσης. Ναι μεν το αντικείμενο ακυρώνεται, διαγράφεται, αλλά η επανάληψη εξακολουθεί να το στοχεύει και, στοχεύοντάς το, να αστοχεί. Ως εκ τούτου, μπορούμε να πούμε ότι αυτή η επανάληψη τείνει να συναντήσει ένα πραγματικό που αποτυγχάνει να συναντήσει.

Έχουμε εδώ έναν βαθύ μετασχηματισμό της έννοιας της επανάληψης, που ο Λακάν απεικονίζει αναφερόμενος στην έννοια του τραυματισμού στον Φρόιντ, καθιστώντας τον τραυματισμό την φροϊδική έννοια του αναφομοίωτου από το σημαίνον. Ιδού η κινητήριος δύναμη της επανάληψης στο 11ο Σεμινάριο: όσο κι αν εγγράφεται στο συμβολικό, η επανάληψη παρουσιάζεται εδώ να καθορίζεται από τον τραυματισμό ως πραγματικό. Αυτό τροποποιεί εκ βάθρων την έννοια της επανάληψης. Στο εξής, η επανάληψη ως αυτοματισμός επανατοποθετείται ως κάλεσμα και συγχρόνως αποφυγή μιας συνάντησης με το αρχικό πραγματικό, το πραγματικό του τραυματισμού. 

ΣΥΖΕΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ:

ΤΟ ΕΜΦΥΛΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ

Aυτό το αρχικό πραγματικό –για το οποίο ο Λακάν ανατρέχει στον τραυματισμό υπό την έννοια του Φρόιντ– εμφανίζεται στο επίπεδο του έμφυλου. Η λέξη έμφυλο είναι, εντέλει, εκείνη που κάνει τη σύνδεση με την έννοια της μεταβίβασης. Στο εσωτερικό μάλιστα της διάζευξης μεταξύ επανάληψης και μεταβίβασης, μεταξύ συμβολικής λειτουργίας και φαντασιακής στασιμότητας, υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που είναι αυτή η σχέση με το έμφυλο πραγματικό.

Η διάζευξη της επανάληψης και της μεταβίβασης δεν είναι επομένως η τελευταία λέξη του 11ου Σεμιναρίου. Αντιθέτως, αυτή η διάζευξη γίνεται για να υπογραμμίσει το κοινό στοιχείο μεταξύ των δύο εννοιών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Λακάν είναι σε θέση να πει ότι στη μεταβίβαση υπάρχει μια σχέση με το πραγματικό και όχι μόνο με την αυταπάτη. Είναι κάτι που το διατυπώνει βιαστικά, λέγοντας ότι «αυτή την αμφισημία της πραγματικότητας που ενέχεται στη μεταβίβαση, δεν θα κατορθώσουμε να την διαλευκάνουμε παρά μόνο βάσει της λειτουργίας του πραγματικού μέσα στην επανάληψη».

Οπωσδήποτε, στη μεταβίβαση, τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα, αφού ένα απατηλό στοιχείο αναμιγνύεται με το πραγματικό, όμως ο Λακάν μας προσκαλεί να σκεφτούμε τι συμβαίνει στη μεταβίβαση με βάση την επανάληψη ως εμπλεκόμενη με το πραγματικό. Η επανάληψη δεν συνιστά απλώς αυτοματική επανάληψη κάποιων σημαινόντων, έχει επίσης αξία αποφυγής του πραγματικού ως έμφυλου.

Απέναντι στην επανάληψη οριζόμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μεταβίβαση συνιστά πλέον ενεργοποίηση της έμφυλης πραγματικότητας, ούτως ώστε να εμφανίζεται πλέον ως η τύχη της επανάληψης. Αυτό που η επανάληψη είναι καταδικασμένη να χάνει αενάως, συμβαίνει να ενεργοποιείται μέσα στη μεταβίβαση.

Η διάζευξη της επανάληψης και της μεταβίβασης αποκρύπτει λοιπόν μια πιο μυστική σύζευξη, δηλαδή ότι οι δύο αυτές έννοιες αρθρώνονται με το αντικείμενο. Πράγματι, η επανάληψη είναι η συνεχιζόμενη απογοήτευση της αποτυχημένης συνάντησης με το αντικείμενο α –η επανάληψη αστοχεί επειδή το στοχεύει–, ενώ η μεταβίβαση ενεστωποιεί το αντικείμενο α

Αυτό σημαίνει ότι αποδίδεται εντελώς διαφορετική αξία σε αυτό που ο Λακάν προηγουμένως αντιλαμβανόταν ως φαντασιακή στασιμότητα, η οποία αποκαλύπτεται εδώ ως μονιμότητα του πραγματικού, στην ίδια θέση, σε πείσμα της διαλεκτικής δυναμικής του σημαίνοντος. Ας πούμε ότι αυτή η μεταστροφή μεταφράζει το πέρασμα της απόλαυσης από το φαντασιακό στο πραγματικό. Αυτό είναι το ζήτημα που τίθεται στο 11ο Σεμινάριο.

Βέβαια, ο Λακάν αποφεύγει να προφέρει τον όρο απόλαυση όταν μιλάει για την επανάληψη. Ωστόσο, όταν αναφέρει το πραγματικό με το οποίο συντονίζεται η επανάληψη για να το χάσει, δηλαδή το τραυματικό πραγματικό, ο όρος που κρατάει σε εφεδρεία είναι όντως ο όρος απόλαυση. Αυτό αποκαλύπτεται όταν φτάνει να μιλήσει για το επεισόδιο του fort-da, όπου το σημαίνον φαίνεται να ακυρώνει το αντικείμενο, ως έναν «αυτοακρωτηριασμό με βάση τον οποίο η τάξη της σημαινότητας θα τεθεί σε προοπτική».

Με τον όρο αυτοακρωτηριασμός υποδηλώνει το σχήμα, που για τον ίδιο εξυπακούεται, της σχέσης της επανάληψης και της μεταβίβασης. Η επανάληψη, ως αυτοματισμός, ισοδυναμεί με μια σημαίνουσα αλυσίδα, η οποία ταυτόχρονα παρακάμπτει και προσδιορίζει την κεντρική θέση του πραγματικού που η μεταβίβαση ενεργοποιεί:

 Στιγμιότυπο_2022-06-28_6.26.33_μμ.png

Ετούτο το σχήμα, στο οποίο συσχετίζω την επανάληψη και τη μεταβίβαση, είναι το ίδιο το σχήμα της ενόρμησης που προτείνει ο Λακάν προς το τέλος των Τεσσάρων θεμελιωδών εννοιών. Είναι το σχήμα προς το οποίο τείνει το σύνολο του εν λόγω Σεμιναρίου.

Βέβαια, δεν αναπτύσσει την έννοια της απόλαυσης. Αντ’ αυτής έρχεται η έννοια του έμφυλου. Η επανάληψη εμφανίζεται ως η συμβολική λειτουργία που αποφεύγει την κακή συνάντηση με το έμφυλο. Εξακολουθεί με τον αυτοματισμό της χωρίς ποτέ να το συναντά. Η μεταβίβαση, αντίθετα, είναι σαν ενεστωποίηση μέσω παρακαμπτηρίου τής εν λόγω έμφυλης πραγματικότητας. Και η ενόρμηση εμφανίζεται ως η άρθρωση της επανάληψης και της μεταβίβασης, δηλαδή ως μια σημαίνουσα επανάληψη το προϊόν της οποίας είναι μια απόλαυση.

Το υποκείμενο του ασυνειδήτου και η απόλαυση

Αυτή η σειρά τεσσάρων εννοιών, την οποία ο Λακάν παρουσιάζει παρατακτικά –με την καθεμία από αυτές τις έννοιες να είναι διαφορετική από την άλλη–, στοιχειοθείται σε τελική ανάλυση για να προσδεθεί σ’ ένα ίδιο σχήμα. Και το σχήμα που τις δένει μεταξύ τους είναι ικανό να μεταφράσει την έννοια του ασυνειδήτου ως εμφορούμενη από μια παλμική κίνηση που συνδέεται με την έμφυλη πραγματικότητα. Το ασυνείδητο φαίνεται σαν διχασμένο μεταξύ του αυτοματισμού της επανάληψης και της ενεστωποίησης της έμφυλης πραγματικότητας – με τη μετάφραση που κάνει ο Λακάν να συνοψίζεται σε τελική ανάλυση στη σχέση του υποκειμένου με το αντικείμενο, ($ <> a), σχέση του υποκειμένου του ασυνειδήτου με την απόλαυση που είναι παρούσα στην έμφυλη πραγματικότητα.

Αν διαβάσει κανείς τις Τέσσερις θεμελιώδεις έννοιες, αντιλαμβάνεται ότι αυτή η φροϊδική σειρά των τεσσάρων εννοιών έχει στοιχειοθετηθεί για να καταλήξει τελικά στο σχήμα της αλλοτρίωσης και του αποχωρισμού, δηλαδή σε μια παρουσίαση της ψυχανάλυσης βασισμένη στη σχέση του υποκειμένου του ασυνειδήτου και του αντικειμένου α. Η κατάδειξη που επιχειρείται σε τούτο το Σεμινάριο είναι η κατάδειξη της δομικής ομοιότητας μεταξύ των διαφορετικών φροϊδικών εννοιών. Η δομική ομοιότητα μπορεί να εξηγηθεί με τη σχέση ανοίγματος και κλεισίματος, αλλοτρίωσης και αποχωρισμού, μεταξύ του υποκειμένου και του αντικειμένου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Λακάν μπορεί να πει πως η θέση του πραγματικού εκτείνεται από το τραύμα ως τη φαντασίωση, πως η φαντασίωση είναι το πέτασμα που υποκρύπτει το καθοριστικό στοιχείο της λειτουργίας της επανάληψης, άρα και ο λόγος για τον οποίο μπορεί [κατόπιν] να επεξεργαστεί, αντί για τις τέσσερις έννοιες, το αντικείμενο της ψυχανάλυσης.

Να γιατί, μετά από το 11ο Σεμινάριο, ο Λακάν δεν θα πάρει πια για θέμα του τις φροϊδικές έννοιες. Κατά τα πρώτα δέκα χρόνια της διδασκαλίας του, αυτό έκανε. Το καθένα από τα σεμινάριά του επικεντρώνεται σ’ ένα σημαντικό κείμενο του Φρόιντ. Όμως, μετά από το 11ο Σεμινάριο, μετά από τη δομική αυτή σύνοψη που προσφέρει, δεν θα υπάρξει πλέον τέτοια προνομιακή αναφορά σε κείμενο του Φρόιντ. Αντιθέτως, ο Λακάν θα έχει καταδείξει τον τρόπο με τον οποίο μεταγγίζει φροϊδικές έννοιες σε κάποια πρωτόγνωρα μαθήμια.

Το εν λόγω Σεμινάριο σχολιάζει την αντινομία του υποκειμένου και της απόλαυσης. Το μεν ασυνείδητο επικεντρώνεται στο υποκείμενο ως διαγραμμένο υποκείμενο, δηλαδή ως κάτι που επιζητεί ένα οντικό συμπλήρωμα. Η δε επανάληψη εισάγεται προπάντων ως σχάση μεταξύ αυτομάτου και τύχης, δηλαδή ως σχάση του σημαίνοντος και του πραγματικού. Η μεταβίβαση νοείται ως παρακαμπτήριος που δίνει πρόσβαση στην έμφυλη πραγματικότητα. Όσο για την ενόρμηση, αυτή μαρτυρεί την παραβίαση [forçage] της αρχής της ευχαρίστησης και το γεγονός ότι υπάρχει μια απόλαυση πέραν αυτής της αρχής.

Τρεις διατυπώσεις της λίμπιντο

Ο Λακάν μας έδωσε διαδοχικά τρεις διακριτές αναδιατυπώσεις της φροϊδικής έννοιας της λίμπιντο. Κατά πρώτον –και αυτό υπήρξε για εκείνον ένα πραγματικό επιστημολογικό εμπόδιο– τοποθέτησε τη λίμπιντο στο πεδίο του φαντασιακού, με βάση την αντιστρεψιμότητα μεταξύ του ναρκισσισμού και της σχέσης αντικειμένου. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εξέλαβε πριν απ’ όλα τη λίμπιντο με τη μορφή της στασιμότητας σε σχέση με τη συμβολική διαλεκτική. 

Κατά δεύτερον, επιχείρησε να τοποθετήσει τη λίμπιντο ως φροϊδική έννοια στο πεδίο του συμβολικού. Την εξέλαβε τότε ως επιθυμία. Η θεωρία της  επιθυμίας στον Λακάν είναι η αναδιατύπωση της φροϊδικής έννοιας της λίμπιντο σε συνάρτηση με το πεδίο του συμβολικού. Και αυτό οδηγεί στην ισοδυναμία της επιθυμίας και του νοήματος, για την ακρίβεια του μετωνυμικού νοήματος. Η επιθυμία νοείται ως το νόημα που τρέχει κάτω από τη σημαίνουσα άρθρωση χωρίς ποτέ να εμφανίζεται ως τέτοιο: (-) s. 

Τέλος, κατά τρίτον, έδωσε μια αναδιατύπωση της λίμπιντο ως απόλαυσης, που ανήκει στο πεδίο του πραγματικού.

Σε αυτές τις τρεις εκδοχές της λίμπιντο, ο Λακάν δεν παρέλειψε ποτέ να διατηρήσει τη διασύνδεση της λίμπιντο με το ένστικτο ή την ενόρμηση θανάτου. Πρώτον, όταν θεωρεί τη λίμπιντο ως όρο του φαντασιακού πεδίου, υπογραμμίζει το στοιχείο επιθετικότητας που προσφύεται στο λιβιδινικό αντικείμενο. Η επιθετική πρόθεση είναι για τον Λακάν το σημάδι του ενστίκτου θανάτου, για παράδειγμα στο αντικείμενο του σταδίου του καθρέφτη. 

Δεύτερον, όταν εκλαμβάνει τη λίμπιντο ως την επιθυμία στο συμβολικό πεδίο, υπογραμμίζει την ακύρωση του αντικειμένου από το σημαίνον και θεωρεί ότι έτσι ο θάνατος εισέρχεται στη ζωή μέσω της δράσης του σημαίνοντος. Βλέπει και πάλι εκεί τη λογική της ενόρμησης θανάτου. 

Τρίτον, όταν εξηγεί τη φροϊδική λίμπιντο στο πεδίο του πραγματικού, υπογραμμίζει ότι η απόλαυση εναντιώνεται στην αρχή της ευχαρίστησης, που είναι αρχή επιβίωσης, ούτως ώστε η απόλαυση να τείνει προς τον θάνατο και την καταστροφή. Γι’ αυτό και προάγει αυτό που υπενθύμισα την περασμένη φορά, δηλαδή τη σαδική εισαγωγή της απόλαυσης. 

ΣΥΖΕΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΟΡΜΗΣΗΣ: 

ΤΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ

Ιδού λοιπόν μια χαρτογράφηση που μας προτείνει η διδασκαλία του Λακάν, όπως την αποκαλούμε, όσον αφορά την απόλαυση. Είναι βέβαιο ότι ο Λακάν προσέγγισε τις σχέσεις του σημαίνοντος και της απόλαυσης με πολλούς τρόπους πριν να τις αναδείξει με πλήρη σαφήνεια. Για παράδειγμα, το δεύτερο μέρος της «Παρατήρησης επί της Εισήγησης του Ντανιέλ Λαγκάς» που αναφέρεται στη θεωρία του φροϊδικού εκείνο, έχει ως αντικείμενο, ως θέμα, την αντιπαραβολή του υποκειμένου και της απόλαυσης με τη μορφή του σημαίνοντος και της ενόρμησης. Έτσι, σε αυτό το κείμενο, ο Λακάν θέτει σε συσχέτιση τον κατακερματισμό της ασυνείδητης συνδυαστικής και την αποσύνθεση της ενόρμησης, ή την πρωταρχική θέση του υποκειμένου σε συσχέτιση με την ακύρωση ή με την ανυπαρξία αυτού που αποκαλεί Πράγμα. Πρόκειται για μια προσπάθεια να τοποθετήσει το υποκείμενο σε συνάρτηση με την απόλαυση. 

Πάντως, η αντιπαραβολή του σημαίνοντος και της απόλαυσης αναδεικνύεται με ενάργεια στο Αντίστροφο της ψυχανάλυσης. Το 17ο Σεμινάριο έρχεται να παρουσιάσει αυτό που συνιστά τρόπον τινά την αιχμή του τετραδικού σχήματος που σας απεικόνισα νωρίτερα. Αρθρώνει τη σύζευξη της επανάληψης και της ενόρμησης. Αυτό που ο Λακάν ονομάζει γνώση σε τούτο το σεμινάριο, είναι η μεταγραφή του φροϊδικού μύθου της επανάληψης, είναι η επανάληψη ως συσχετιζόμενη με την απόλαυση. Επεξεργάζεται εδώ –αφήνοντας κατά μέρος κάθε προφύλαξη– την εγγενή, ενδόμυχη σχέση της επανάληψης και της ενόρμησης. Λέει πως η επανάληψη δεν νοείται, δεν έχει αξία, παρά με βάση την απόλαυση, την ενόρμηση. Αυτό είναι το θέμα του εν λόγω Σεμιναρίου. 

Από τη μία πλευρά, οπωσδήποτε, καθιστά την απόλαυση ένα κάποιο όριο της γνώσης, όπως συνέβαινε, στο 11ο Σεμινάριο, να ανάγει την επανάληψη στη σημαίνουσα αλυσίδα που αστοχεί πάντα με το πραγματικό. Όμως αυτό γίνεται για να επανεπιβεβαιώσει ότι η επανάληψη βασίζεται στην απόλαυση, και ότι όλη η σημαίνουσα συσκευή της επανάληψης, ή της γνώσης, δεν εισάγεται για το ανθρώπινο ον παρά μέσω της απόλαυσης. 

Η υπερ-απόλαυση

Και έτσι αποκτά την αξία του ο όρος που εισάγει εκείνα τα χρόνια, ο όρος υπερ-απόλαυση [plus-de-jouir]. Τι σημαίνει υπερ-απόλαυση; – αν όχι ότι το σημαίνον οπωσδήποτε ακυρώνει το φυσικό αντικείμενο, ακυρώνει την ικανοποίηση αυτού του αντικειμένου, το μεταστοιχειώνει σε σύμβολο, αλλά συγχρόνως υπάρχει ένα υπόλειμμα. Αυτό ακριβώς το υπόλειμμα ήταν παραγνωρισμένο στις πρώτες φάσεις της διδασκαλίας του Λακάν. Δεν διαψεύδει την ακυρωτική λειτουργία του σημαίνοντος, αλλά προσθέτει ότι αυτή η ακύρωση αφήνει ένα υπόλειμμα, την υπερ-απόλαυση. 

Λέγοντας πως είναι ένα υπόλειμμα, υποβαθμίζει τις λέξεις παραβίαση [forçage] ή παράβαση [transgression] που ο Λακάν ακόμη, στο Σεμινάριο Η ηθική της ψυχανάλυσης, συνέδεε με την απόλαυση. Όπως λέει στο 17ο Σεμινάριο, «δεν παραβαίνουμε τίποτε. Τρυπώνω κάπου, δεν σημαίνει παραβαίνω». Δεν παραβαίνουμε τίποτε, στο μέτρο που, ούτως ή άλλως, υπάρχει ένα υπόλειμμα, που συνιστά την καθαυτό συνθήκη της σημαίνουσας αλυσίδας. Αυτό μάλιστα που απαιτεί η επανάληψη, είναι την υπερ-απόλαυση εκείνη που το σημαίνον δεν κατορθώνει να ακυρώσει. Με αυτή την έννοια, η επανάληψη δεν συνιστά μόνο αστοχία του πραγματικού, όπως την άρθρωνε ο Λακάν στο 11ο Σεμινάριο, αλλά απολαυσιακή αναζήτηση. Να γιατί η επανάληψη δεν είναι έκφραση της αρχής της ευχαρίστησης, αλλά στρέφεται η ίδια εναντίον της ζωής. Εδώ έγκειται η μετατόπιση, η οποία, ορμώμενη από την επανάληψη ως έκφραση της αρχής της ευχαρίστησης, συγκροτεί την ίδια την άρθρωση της ενόρμησης θανάτου. 

Το νόημα και η απόλαυση

Από αυτή την άποψη, η επανάληψη απηχεί ταυτόχρονα τη συμβολοποίηση της απόλαυσης, και την ακύρωσή της, αλλά επίσης την απώλεια απόλαυσης. Σε αυτό οφείλεται η αμφισημία της. Αυτό είναι επίσης που επιτρέπει στον Λακάν να πει ότι η γνώση είναι μέσον της απόλαυσης –έτσι τιτλοφόρησα ένα κεφάλαιο του 17ου Σεμιναρίου– και συνάμα ότι η αλήθεια είναι αδελφή της απόλαυσης. Λέγοντας ότι η γνώση είναι μέσον απόλαυσης, εννοούμε πως, καθώς δουλεύει προσπαθώντας να αρθρωθεί, η γνώση παράγει και απηχεί διαρκώς την απώλεια απόλαυσης, και πως έτσι η απόλαυση υφέρπει κάτω από το σημαίνον. Οπότε, είναι ισοδύναμη με το νόημα. Αυτό θα οδηγήσει τον Λακάν να κάνει λόγο για απολαυσι-νόημα [joui-sens], με την έννοια του απολαμβανόμενου νοήματος. Και η αλήθεια, ως νόημα του σημαίνοντος, εμφανίζεται να συγγενεύει με τη μετωνυμική αυτή απόλαυση.

Ο Λακάν θεωρούσε προηγουμένως ως ισοδύναμα το νόημα και την επιθυμία, ενώ αυτός ο νέος ορισμός της επανάληψης θεωρεί ως ισοδύναμα το νόημα και την απόλαυση. Να γιατί φτάνει να πει, σ’ αυτό το Σεμινάριο, ότι η απόλαυση είναι ο πίθος των Δαναΐδων, ότι είναι κάτι που βρίσκεται πάντα σε διαρροή, όπως το νόημα κάτω από το σημαίνον. Στο γραπτό «Εισαγωγή στην γερμανική έκδοση των Γραπτών» επιχειρεί ακριβώς με αφετηρία τον πίθο των Δαναΐδων να εννοιολογήσει το νόημα του νοήματος. 

 

Μετάφραση: Χαρίκλεια Δουσεμετζή, Ειρήνη Μαρκίδη, Μάρω Μπέλλου, Χάρης Ράπτης, Βλάσης Σκολίδης

Επιμέλεια: Βλ. Σκολίδης

 

1 Η βιβλιογραφική αναφορά είναι: Jacques-Alain Miller, «Transfert, répétition et réel sexuel – Une lecture du Séminaire XI», Quarto, 121, σσ. 12-18. Πρόκειται για το μάθημα της 15ης Μαρτίου 1995 από τον κύκλο μαθημάτων Silet (1994-95), στο πλαίσιο της διδασκαλίας υπό τον γενικό τίτλο «Ο λακανικός προσανατολισμός» που υπάγεται στο τμήμα ψυχανάλυσης του πανεπιστημίου Παρίσι 8. Η μεταγραφή κειμένου και οι σημειώσεις έγιναν από την Αν Λιζί (Anne Lysy), με την άδεια του Ζ.-Α. Μιλέρ, χωρίς θεώρηση του κειμένου από τον ίδιο. 

2 Jacques Lacan, Le Séminaire. Livre XI. Les Quatre Concepts fondamentaux de la psychanalyse (1964), texte établi par J.-A. Miller, Seuil, Παρίσι 1973.

3 Αυτόθι, σ. 34.

4 Αυτόθι, σ. 131.

5 Αυτόθι, σ. 119.

6 J. Lacan, «Fonction et champ de la parole et du langage en psychanalyse», Écrits, Seuil, Παρίσι1966, σσ. 237-322. [Βλ. Ζακ Λακάν, Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση, Εκκρεμές, Αθήνα 2005.]

7 J. Lacan, «Intervention sur le transfert», Écrits, ό.π., σσ. 215-226. [Βλ. Ζ. Λακάν, «Παρέμβαση για τη μεταβίβαση», στο Η Ψυχανάλυση, 1, Αθήνα 1995, σσ. 9-21.]

8 Αυτόθι, σ. 225. [Βλ. ελλ. μτφρ., σ. 18.] 

9 Αυτόθι. [Βλ. ελλ. μτφρ., σ. 17.]

10 Εννοεί το Σχήμα L. (Σ.τ.επ.)

11 J. Lacan, Le Séminaire. Livre XI. Les quatre concepts fondamentaux de la psychanalyse, ό.π., σ. 133.

12 Αυτόθι, σ. 48.

13 Αυτόθι, σ. 24.

14 J. Lacan, «Le séminaire sur ‘La Lettre volée’», Écrits, ό.π., σσ. 11-61. [Βλ. Ζ. Λακάν, Το σεμινάριο για το «Κλεμμένο Γράμμα», Πατάκης, Αθήνα 2010.]

15 Αυτόθι, σ. 46. [Βλ. ελλ. μτφρ, σ. 85.]

16 J. Lacan, Le Séminaire. Livre XI. Les Quatre Concepts fondamentaux de la psychanalyse, ό.π., σσ. 53-62.

17 Αυτόθι, σ. 54.

18 Με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, όπως εμφανίζεται στο αριστοτελικό δίπολο αυτόματον/τύχη. (Σ.τ.επ.)

19 Αυτόθι, σ. 60.

20 Αυτόθι, σ. 163. (Σ.τ.επ.)

21 Το αντικείμενο της ψυχανάλυσης θα είναι ο τίτλος του 13ου Σεμιναρίου. (Σ.τ.επ.)

22 J. Lacan, «Remarque sur le rapport de Daniel Lagache», Écrits, Seuil, Παρίσι 1966, σσ. 647-684. 

23 J. Lacan, Le Séminaire. Livre XVII. L’Envers de la psychanalyse (1969-70), texte établi par J.-A. Miller, Seuil, Παρίσι 1991. [Βλ. Ζ. Λακάν, Σεμινάριο δέκατο έβδομο. Το αντίστροφο της ψυχανάλυσης, Ψυχογιός, Αθήνα 2014.] 

24 Αυτόθι, σ. 19. [Βλ. ελλ. έκδ., σ. 30.] 

25 Αυτόθι, σ. 83. [Βλ. ελλ. έκδ., σ. 88.]

26 J. Lacan, «Introduction à l’édition allemande d’un premier volume des Écrits», Autres écrits, Seuil, Παρίσι 2001, σσ. 553-559.